Εισαγγελέας διαφθοράς: Η ώρα για το εδώλιο – Γράφει ο Διονύσης Καραχάλιος

0
26

Μετά την διενέργεια της, προβλεπόμενης από την σχετική νομοθεσία, κλήρωσης των μελών του Δικαστικού Συμβουλίου, που θα κρίνει τελικά την ψηφισθείσα από την Βουλή πρόταση για την παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο του αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης Δημ. Παπαγγελόπουλου και των συμμετόχων στις εγκληματικές πράξεις που του αποδίδονται, η όλη διαδικασία για το  σκάνδαλο  NOVARTIS εισέρχεται στην τελική της φάση: Από την Βουλή, που ολοκλήρωσε το έργο της, η ευθύνη της απονομής της Δικαιοσύνης περιέρχεται πλέον στην ίδια την δικαστική εξουσία, η οποία καλείται  να κρίνει τις παράνομες πράξεις που αποδίδονται σε πρώην ή εν ενεργεία στελέχη της.

Γράφει ο Διονύσης Κ. Καραχάλιος*

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό που ο Παπαγγελόπουλος έσπευσε  (05.02.2018) να χαρακτηρίσει ως «το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως του ελληνικού κράτους», αποδεικνύεται τελικά ως η σατανική  αντιθεσμική απόπειρα του ΣΥΡΙΖΑ, μέσω μιας τρισάθλιας χειραγώγησης της Δικαιοσύνης, να εξοντώσει ενοχλητικούς και μη αρεστούς σ’ αυτόν πολιτικούς του αντιπάλους.

Πέρα λοιπόν από τις ποινικές ευθύνες του Παπαγγελόπουλου, ο οποίος είχε από καιρό εγκαταλείψει την εισαγγελική του ιδιότητα και απέκτησε πολιτική οντότητα, χάρη στην «περίεργη» – με δεδομένη την προέλευση του άλλοτε διοικητή της ΕΥΠ – εμπιστοσύνη του ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως του Τσίπρα προς το σκοτεινό πρόσωπό του, το στοιχείο που αναδεικνύεται ως ιδιαίτερα ενδιαφέρον και έχει αναμφισβήτητες θεσμικές προεκτάσεις, είναι η στάση που θα επιδείξει η ίδια η Δικαιοσύνη έναντι βαρύτατα έκνομων πράξεων και παραλείψεων εν ενεργεία στελεχών της.

Το γεγονός ότι το λειτουργικό κύρος, η αξιοπιστία και η αξιοπρέπεια ανωτάτων στελεχών της και η ίδια η συνταγματικώς κατοχυρωμένη ανεξαρτησία της,  επλήγησαν βαρύτατα από τις σταλινοφασιστικές μεθοδεύσεις του παρακρατικού μηχανισμού, που έστησε ο ΣΥΡΙΖΑ για ίδιους σκοπούς, υπαγορεύει στην Δικαιοσύνη την αναζήτηση καθαρτήριας διαδικασίας, που θα αποκαταστήσει τον ρόλο της ως ανεξάρτητης εξουσίας, υποχρεωμένης να εφαρμόζει τον νόμο, να εδραιώνει τη νομιμότητα και να προστατεύει την αλήθεια και το δίκαιο, από τις πράξεις ή της παραλείψεις ελαχίστων επίορκων στελεχών της. Και η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή που θα οδηγήσει, με ευθυκρισία, απόλυτη εφαρμογή της κειμένης νομοθεσίας και υψηλό αίσθημα καθήκοντος, στον αυστηρό και παραδειγματικό κολασμό αυτών των επιόρκων και ανάξιων να φέρουν την ιδιότητα του λειτουργού της Δικαιοσύνης.

Υπό αυτήν την έννοια, οι αχαλίνωτες ραδιουργίες και οι βορβορώδεις δολιχοδρομίες του «Ρασπούτιν», χωρίς να υποτιμώνται, ως προς το καταλυτικό βάρος τους στην όλη σκευωρία, ίσως και να «επισκιάζονται», αν αναλογισθεί κανείς τον όγκο των κριμάτων που βαραίνει τον εκτελεστικό βραχίονα του όλου ανοσιουργήματος.

Ο λόγος φυσικά για την Εισαγγελέα διαφθοράς (!) Τουλουπάκη… Διότι, αν ο Παπαγγελόπουλος, υπό την πλήρη κάλυψη του «γελαστού παιδιού», ήταν ο ιθύνων νους μιας βδελυρής συνωμοσίας, που στόχευσε στην πολιτική και ηθική «δολοφονία» πολιτικών αντιπάλων, η όλη απόπειρα, για να έχει πιθανότητες επιτυχίας, απαιτούσε την πρόθυμη, υπάκουη, δουλική εκπλήρωση συγκεκριμένων «καθηκόντων», που, εκ των πραγμάτων, μόνον εντός του σώματος των λειτουργών της Δικαιοσύνης θα μπορούσε να στρατολογηθεί…  Με απλά λόγια, εκτροπή της Δικαιοσύνης, με σκοπό να υπηρετηθούν, μέσα από την λειτουργία της και τις διαδικασίες της, εγκληματικές πράξεις, δεν είναι νοητή, αν δεν βρεθούν, στις τάξεις της, επίορκοι έτοιμοι να επωμισθούν τον επαίσχυντο αυτό ρόλο…

Θα ήθελα πολύ να θεωρήσω ως δίκαιη την οργή και την αγανάκτηση της Τουλουπάκη,  η οποία μετά την άσκηση, από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ποινική δίωξης σε βάρος της, για  ένα κακούργημα και πέντε πλημμελήματα, προέβη σε μια μελοδραματική δήλωση… Με εμποδίζει, όμως, η έλλειψη στοιχειώδους αυτοσυγκράτησης, καθώς μοιάζει να προσωποποιεί την Δικαιοσύνη στο «μαρτυρικό» πρόσωπό της! Ιδού:

«Σήμερα παίχτηκε η τελευταία πράξη ενός προαναγγελθέντος δράματος δίωξης την οποία θα προσβάλω άμεσα στο Δικαστικό Συμβούλιο ως απολύτως άκυρη ενώ παράλληλα θα αναδειχθεί το ζήτημα της ματαίωσης κάθε προσπάθειας καταπολέμησης της διαφθοράς στη χώρα μας σε όλα τα αρμόδια διεθνή όργανα. Σήμερα η σκοπιμότητα επεβλήθη της νομιμότητας. Είναι μια μέρα θλίψης για τη δικαιοσύνη»! Βέβαια το Δικαστικό Συμβούλιο απέρριψε ομόφωνα την προσφυγή της, γεγονός που υποδηλώνει ότι υπερίσχυσε το σε βάρος της εμπεριστατωμένο  και τεκμηριωμένο πόρισμα του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευαγγ. Ζαχαρή και όχι αυτό  του ετέρου αντεισαγγελέα  Λ. Σοφουλάκη, για το οποίο  η Τουλουπάκη ισχυρίζεται ότι  «μας δικαίωσε μέσα σε ένα τυφώνα παραπληροφόρησης», ενώ ταυτόχρονα, με ιδιαίτερη σεμνότητα, υπερηφανεύεται ότι, « η Εισαγγελία Διαφθοράς ως άλλος Διγενής (!) έδωσε τη μάχη της κόντρα στο ψέμα και στη λήθη με μόνο γνώμονα το συμφέρον του πολύπαθου ελληνικού λαού. Το δόγμα του σοκ στη δικαιοσύνη δε θα περάσει και γρήγορα όσοι το υπηρέτησαν θα λάβουν το μισθό τους»… Περίεργη, στ’ αλήθεια γλώσσα, ακόμη και για μια Εισαγγελέα που, όμως, μάλλον αισθάνεται ότι η ώρα της αλήθειας  και της τιμωρίας την πλησιάζει με γοργά βήματα…

Παρ’ όλα αυτά, θα ήθελα πολύ να είναι η Τουλουπάκη αθώα των κατηγοριών που της αποδίδονται, όχι διότι μου προξένησε συμπάθεια ο οδυρμός της, ούτε διότι με έπεισε ότι μοιάζει στον …Διγενή, αλλά, απλά και μόνον, διότι δυσκολεύομαι να φανταστώ ότι λειτουργός της Δικαιοσύνης μπορεί να κατρακυλήσει τόσο πολύ «στου κακού την σκάλα», ώστε, με πλήρη αναισθησία, εντελώς κυνική και αδίστακτη, να φορτώνει σε αθώους ανύπαρκτα εγκλήματα και μάλιστα κατ’ εντολή τρίτου, έστω και αν αυτός είναι ο μοχθηρός «Ρασπούτιν»…

Ακριβώς, λοιπόν, επειδή θέλω να εμπιστεύομαι, μετά πάθους, την Δικαιοσύνη και να διατηρώ την (ρομαντική;) αφέλεια να θεωρώ έντιμους και ευσυνείδητους όλους τους δικαστικούς λειτουργούς (μέχρι, βέβαια, αποδείξεως του εναντίου…) θα ήθελα να μπορέσει η Τουλουπάκη να απαντήσει πειστικά, με αδιάσειστα και αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα, σε κάποια ερωτήματα που έχουν σφηνωθεί στην σκέψη μου, καθώς την παρακολουθώ να δίνει «τη μάχη της κόντρα στο ψέμα και στη λήθη» και «μέσα σε ένα τυφώνα παραπληροφόρησης», όπως με τόση λυρική έπαρση υποστηρίζει.

Ιδού λοιπόν μερικά καλόπιστα ερωτήματα, στα οποία η Τουλουπάκη οφείλει να απαντήσει και, αναλόγως, να την αξιολογήσει και να την κρίνει η Δικαιοσύνη, αλλά και ο κοινός νους των Ελλήνων, που παρακολουθεί μάλλον αποσβολωμένος το «θεάρεστο» έργο της:

Μπορεί να εξηγήσει η Τουλουπάκη, πως ανέλαβε την θέση της Εισαγγελέως διαφθοράς, παρ’ ότι ήταν μόλις προαχθείσα Αντεισαγγελέας Εφετών; Τι εξήγηση μπορεί να δώσει για το γεγονός ότι η Ευγενία Κυβέλου, η μόνη αντιεισαγγελέας Εφετών που αντέδρασε σ’ αυτήν την τουλάχιστον περίεργη (για λόγους προϋπηρεσίας και εμπειρίας) επιλογή, στοχοποιήθηκε με δημοσίευμα της εφημερίδας «Δημοκρατία»; Δεν αναρωτήθηκε γιατί, τόσο η προκάτοχός της Ελένη Ράικου όσο και η Ευγ. Κυβέλου υπέστησαν πειθαρχικές διώξεις από την ηγεσία της δικαιοσύνης που είχε επιλέξει ο ΣΥΡΙΖΑ;

Πως εξηγεί ότι, ήδη από τις 08.01.17, δηλαδή 11 ολόκληρους μήνες πριν καταθέσουν οι προστατευόμενοι μάρτυρες και μιλήσουν για την «τροχήλατη βαλίτσα», με την οποία ο Φρουζής έφθασε πομπωδώς στο Μαξίμου (!), η εφημερίδα «Documento» κυκλοφορεί με τίτλο «Πρώην Πρωθυπουργός εμπλέκεται στο Νovartisgate»;

Πως εξηγεί ότι ο Φρουζής ουδέποτε κλήθηκε επισήμως για κατάθεση, σε μια υπόθεση για την οποία φέρεται να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο (μέχρι ότι έφθασε στο Μαξίμου με τροχήλατη βαλίτσα για να δωροδοκήσει τον Αντώνη Σαμαρά, έχει κατατεθεί από τους κουκουλοφόρους μάρτυρες!) και ότι ο ίδιος κατέθεσε στην Προανακριτική Επιτροπή πως από την Τουλουπάκη  του ζητήθηκε να καταθέσει   όχι αυτά που γνώριζε, αλλά αυτά που εκείνη ήθελε;

Πως εξηγεί ότι στις 12.01.17, ένα ολόκληρο χρόνο και πλέον, πριν από την διθυραμβική ανακοίνωση Παπαγγελόπουλου «για το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως ελληνικού κράτους» και σε χρόνο που δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από την έρευνα, ούτε την ελληνική αλλά ούτε των ΗΠΑ, η εφημερίδα «Δημοκρατία» αναφέρει ότι η υπόθεση NOVARTIS είναι πιο σοβαρή από την υπόθεση SIEMENS;

Πως απαντά στο αμείλικτο ερώτημα που έθεσε ο Αντώνης Σαμαράς: «Όταν ο (κουκουλοφόρος) μάρτυρας κατέθεσε για την τροχήλατη βαλίτσα με την οποία ο Φρουζής εισήλθε στο Μαξίμου για να δωροδοκήσει τον πρωθυπουργό», γιατί δεν του υπέβαλε το απλούστατο, όσο και αυτονόητο ερώτημα: «Είσαστε παρών στο γεγονός και έχετε ιδίαν αντίληψη αυτού»;

Πως αποδόθηκε καθεστώς προστασίας σε τρεις μάρτυρες, που όπως αποδείχθηκε ήταν εμπλεκόμενοι στην υπόθεση και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως προστατευόμενοι;

Με ποιο τρόπο διασταύρωσε τις καταθέσεις των τριών προστατευομένων μαρτύρων, από τις οποίες και μόνον έλαβε τα δήθεν αποδεικτικά στοιχεία για την δωροδοκία πολιτικών προσώπων; Πως ενώ γνώριζε ότι αυτοί οι μάρτυρες προσδοκούσαν, σύμφωνα με τη νομοθεσία των ΗΠΑ, οφέλη από την δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης, θεώρησε αξιόπιστη την μαρτυρία τους;

Πως δικαιολογεί τις απσπασματικές, με μεγάλες χρονικές αποστάσεις μεταξύ τους και υπό μορφή συρραφής (!)  καταθέσεις των μαρτύρων αυτών και πως δικαιολογεί την συμπλήρωση – ολοκλήρωσή τους το ίδιο βράδυ που έλαβε χώρα στην Αθήνα το μεγαλειώδες (και ενοχλητικό για τον ΣΥΡΙΖΑ και τα νεοπροσήλυτα όργανά του) συλλαλητήριο για την Μακεδονία;

Γιατί δεν ακολούθησε την προβλεπόμενη από την νομοθεσία διαδικασία της δικαστικής συνδρομής, αλλά μεθόδευσε συναντήσεις  της εκτός Ελλάδος και μάλιστα με μη ισότιμα προς την ιδιότητά της και την θέση της πρόσωπα, χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο για την συλλογή αξιόπιστων πληροφοριών;

Τι απαντά στις εκ των υστέρων καταθέσεις των «κουκουλοφόρων» μαρτύρων ότι οι καταθέσεις τους για τα πολιτικά πρόσωπα ήταν προϊόν αφόρητων πιέσεων εκ μέρους της, με εκμετάλλευση της δυσχερής τους θέσης, υπό τον ωμό εκβιασμό ότι, ως εμπλεκόμενοι ανά πάσα στιγμή μπορούν να καταστούν κατηγορούμενοι;

Πως δικαιολογεί το γεγονός ότι, ενώ οι προστατευόμενοι μάρτυρες έχουν ολοκληρώσει τις καταθέσεις τους, επανέρχονται οι ίδιοι, πάντοτε «κουκουλοφόροι», μετά από 11 μήνες για να καταθέσουν πραγματικά γεγονότα, που ήδη γνώριζαν όταν έδωσαν αρχικές τους καταθέσεις, αλλά «θυμήθηκαν», όλως τυχαίως, πολύ αργότερα;

Πως εξηγεί την εμφάνιση του περιεχομένου δύο τουλάχιστον καταθέσεων στην εφημερίδα «Documento», πριν αυτές πράγματι δοθούν από τους κουκουλοφόρους μάρτυρες;

Τι εντύπωση απεκόμισε όταν πληροφορήθηκε από τον Τύπο ότι, πριν από τη διαβίβαση του φακέλου Novartis στην Βουλή, ο Τζανακόπουλος επισκέφθηκε την εισαγγελέα του ΑΠ Δημητρίου, με εντολή Τσίπρα, για να ενημερωθεί για την υπόθεση, ότι ο Παπαγγελόπουλος, αμέσως μετά από τη διαβίβαση του φακέλου, αναφέρθηκε «στο μεγαλύτερο σκάνδαλο από καταβολής ελληνικού κράτους» και στην ανάγκη αυτοκάθαρσης του   συστήματος, επικαλούμενος την πείρα του αλλά και τη (ανεπίτρεπτη) μερική γνώση της δικογραφίας και ότι ο Πολάκης γνώριζε και απεκάλυψε την ιδιότητα των προστατευομένων μαρτύρων ως στελεχών της εταιρίας, που τους τσάκωσαν και αναγκαστικά «θα κελαηδήσουν»; Μια ικανή, έμπειρη και αδέκαστη Εισαγγελέας, όπως η ίδια διατείνεται ότι είναι, είναι δυνατόν να μην αντιληφθεί, εάν δεν «συμμετέχει» ενεργά στην όλη σκευωρία, ότι το λιγότερο που μπορεί να συμβαίνει είναι να την χρησιμοποιούν ως πιόνι στα άνομα και άτιμα σχέδια τους, ειδικά όταν το αντικείμενο και ο στόχος των σκευωρών είναι ενοχλητικοί πολιτικοί τους αντίπαλοι;

Γιατί αρνήθηκε πεισματικά να παραδώσει στην Βουλή το σύνολο των εγγράφων που έφθασαν εις χείρας της από το FBI, όχι δια της νόμιμης οδού της δικαστικής συνδρομής, αλλά «Κύριος οίδε» βάσει ποιων σκοτεινών διαδρόμων, ισχυριζόμενη μάλιστα ότι της απαγορεύει το FBI να γνωστοποιήσει το περιεχόμενό τους στην εθνική αντιπροσωπεία, όταν μάλιστα αυτή λειτουργεί ως ανακριτική αρχή;

Γιατί αφήνει να αιωρείται  η εντύπωση ότι δήθεν τα έγγραφα των αμερικανικών αρχών (που πεισματικά αρνείται να γνωστοποιήσει στην Βουλή) αναφέρονται σε εμπλοκή Ελλήνων πολιτικών  και δεν διευκρινίζει  ότι δεν υπήρχε έρευνα σε βάρος των δέκα πολιτικών προσώπων στις ΗΠΑ, αλλά οι αναφορές σ’ αυτά τα συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα γίνονται το πρώτον από δικά της έγγραφα απευθυνόμενα (και επίσης μη γνωστοποιούμενα στην Βουλή) προς τις αμερικανικές αρχές;   Ότι, δηλαδή, ύπουλα, σατανικά και δόλια (σε βαθμό που να υποψιάζεται ευλόγως κανείς ότι δεν ήταν δική της ιδέα, αλλά απλώς της «υπαγορεύθηκε» άνωθεν…) ανέφερε προς τις αμερικανικές αρχές συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα ως δήθεν ενεχόμενα στο σκάνδαλο, αναμένοντας προφανώς να «αξιοποιήσει» την οποιαδήποτε αναφορά των ονομάτων τους στα απαντητικά έγγραφα, ως εκ των ΗΠΑ προερχόμενη επιβεβαίωση της ενοχής τους!

Γιατί, ενώ στις 05.02.18 διαβιβάζεται ο φάκελος Novartis στη Βουλή και μαζί η μηνυτήρια αναφορά κατά υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ που δεν εξέδωσαν δελτίο τιμών το 2015, ζημιώνοντας την χώρα με μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια, δεν υπάρχει ρητή αναφορά για τον Παναγιώτη Κουρουπλή, που αναφέρεται απλώς ως Π.Κ. (!!!) και μάλιστα σε χρόνο που η υπόθεση έχει παραγραφεί γι’ αυτόν;

Πως εξηγεί η «αδιάφθορη» Τουλουπάκη, ο κατά δήλωσή της «Διγενής» της Δικαιοσύνης, το πρωτοφανές μένος που επέδειξαν οι βοηθοί της κατά του πρώην Πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, αντιμετωπίζοντάς τον ως κοινόν εγκληματία, καθώς,  με σκανδαλώδη σπουδή, προσβλητική τραχύτητα και ζωώδη «πυγμή», παρεβίασαν τις τραπεζικές θυρίδες της απουσιάζουσας μαζί του στο εξωτερικό συζύγου του και του νοσηλευομένου σε νοσοκομείο αδελφού του, από τις οποίες, τελικά, απεκόμισαν, τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από την εκκωφαντική επιβεβαίωση της μικρότητας και της αναισχυντίας τους;

Πως ερμηνεύει την καταγγελία του πρώην προστατευομένου μάρτυρα Μανιαδάκη  ότι πιέστηκε να μιλήσει κατά πολιτικών προσώπων χωρίς στοιχεία, ότι την σχετική άρνησή του ακολούθησαν απειλές μέχρι και με δημοσίευμα στο «Documento» και ότι, όταν διαπιστώθηκε ότι δεν πρόκειται να υποκύψει, του ασκήθηκε ποινική δίωξη, έχασε το καθεστώς προστασίας, ενώ ετοιμαζόταν να αναχωρήσει στο εξωτερικό, έτσι ώστε να δοθεί και το αναγκαίο σαφές μήνυμα στους άλλους δύο προστατευόμενους μάρτυρες για το τι θα ακολουθήσει, εάν δεν είναι πειθαρχημένοι και φρόνιμοι;

Τι έχει να πει για την πρώην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου, η οποία κράτησε την αναφορά του εποπτεύοντος Εισαγγελέα Αγγελή κατά Τουλουπάκη στο συρτάρι, «αμέλησε» επί μήνες να παραγγείλει προκαταρκτική εξέταση, με το φαιδρό επιχείρημα ότι είχαμε εκλογές, ενώ είχε μάθει από τον Αγγελή ότι ο Ρασπούτιν είναι ο Παπαγγελόπουλος και, τελικά παρήγγειλε την προκαταρκτική εξέταση μετά τις ευρωεκλογές και την προκήρυξη βουλευτικών εκλογών, όταν δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ είχε αρχίσει να καταρρέει και αφού η αναφορά Αγγελή είχε προηγουμένως δημοσιευτεί; Επί πλέον, για ποιο λόγο νομίζει η Τουλουπάκη ότι η Δημητρίου απέκρυψε την ύπαρξη αυτής της αναφοράς στην Ολομέλεια των Εφετών, η οποία αποφάσισε την ανανέωση της θητείας της στην Εισαγγελία διαφθοράς;

Γιατί, παρ’ ότι ακόμη και ο επίκουρος Εισαγγελέας διαφθοράς Ντζούρας ρητώς αναφέρει, στην από 14.03.20 χωρίς όρκο κατάθεση του, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία, η Τουλουπάκη κρατεί ως «ομήρους» τους Δημ. Αβραμόπουλο και Αδ. Γεωργιάδη ενώ άσκησε δίωξη κατά του Ανδρέα Λοβέρδου, βασιζόμενη σε μια και μόνη κατάθεση;

Τι ακριβώς περιμένει, ενώ η έρευνα στις ΗΠΑ και ο εξωδικαστικός συμβιβασμός απέδειξαν ότι δεν υπάρχει εμπλοκή πολιτικών προσώπων και εξακολουθεί  να παραμένει ακόμη «ανοικτή» η υπόθεση στα χέρια της για τους Δημ. Αβραμόπουλο και Αδ. Γεωργιάδη;

Αυτά είναι μερικά μόνον από τα ερωτήματα στα οποία η Τουλουπάκη οφείλει σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις. Όχι μόνον για να περισώσει το δικό της κύρος και την προσωπική της αξιοπρέπεια, υπό την εύλογη απειλή του ποινικού κολασμού των πράξεων και των παραλείψεών της, αλλά και διότι η ίδια η Δικαιοσύνη είναι υποχρεωμένη να αποκαθάρει το σώμα της από ανεπίτρεπτες συμπεριφορές και σκοτεινές διαδικασίες, που κηλιδώνουν την θεσμική της  ανεξαρτησία και την αξιοπιστία της λειτουργίας της.

Εν αναμονή της ετυμηγορίας της Δικαιοσύνης, από τους υπεύθυνους λειτουργούς της οποίας αναμένουμε να κρίνουν την υπόλογη συνάδελφό τους με την αμεροληψία, την ευθυκρισία και την ευσυνειδησία που οφείλουν να επιδεικνύουν και έναντι των απλών πολιτών, η αλαζονική στάση της Τουλουπάκη, όπως αναδεικνύεται από την προαναφερθείσα δήωσή της, γεννά ένα επί πλέον ερώτημα:

Το γεγονός ότι από τα δέκα πολιτικά πρόσωπα, που κατηγορήθηκαν για το «σκάνδαλο», έχει η ίδια υποχρεωθεί (από την ανυπαρξία στοιχείων που εν τούτοις εναγωνίως και με εμμονική διάθεση αναζήτησε), να αρχειοθετήσει την υπόθεση ως προς τα επτά εξ αυτών, δεν της έχει δημιουργήσει κάποια, έστω, ερωτηματικά, για την «ποιότητα» της έρευνάς της και, κάποιες, ελάχιστες έστω, αμφιβολίες για τις εν γένει ικανότητές της, ώστε να έχει, έστω και καθυστερημένα, την γενναιότητα να παραιτηθεί από την θέση της Εισαγγελέα διαφθοράς, σε ένδειξη υποτυπώδους «αυτοκριτικής» για την παταγώδη αποτυχία της;

¨Όμως, κάτι τέτοιο φαίνεται ότι ουδόλως απασχολεί την καθεύδουσα συνείδησή της…

*Ο Διονύσης Κ. Καραχάλιος είναι δικηγόρος

Πηγή: thepresident.gr