Γιώργος Μυζάλης: Καλά τραγούδια είναι αυτά που συγκινούν – Συνέντευξη στο Ν.Αρμένη

0
37

 «Ό,τι ζω, με διαμορφώνει και με καθορίζει. Γίνομαι αυτό. Και, πολύ συχνά, αυτό μοιάζει με όνειρο. Γιατί μπορείς να ζήσεις σε ένα όνειρο. Ορκίζομαι».

 Με αυτά τα λόγια έκλεισε το κείμενο που έγραψε πρόσφατα στο blog του (musicspins.gr) με αφορμή τη «Μάνα». Το τραγούδι κυκλοφόρησε, εκεί κοντά στη Γιορτή της Μητέρας με ερμηνευτή το σπουδαίο Γιώργο Νταλάρα και ήταν σαν να πέρασαν από τα αυτιά μας λόγια και νότες και για τη δική μας μάνα.. Αφορμή για αυτή την συνέντευξη ήταν φυσικά αυτό το τραγούδι για τη μητέρα του Γιώργου Μυζάλη, τη Μαρίνα, που έφυγε από τη ζωή το 2013, δύο μέρες μετά τη γιορτή του. Αιτία όμως ήταν η επιθυμία μου να μιλήσω για μουσική με τον κατάλληλο άνθρωπο. Όχι γιατί πρόκειται για μουσικό, στιχουργό, μουσικολόγο, μουσικοκριτικό και δημοσιογράφο που διαθέτει  βιογραφικό «σεντόνι» με διδακτορικό και εξειδικευμένες σπουδές αλλά γιατί αν υπάρχουν 10 άνθρωποι στην Ελλάδα που γνωρίζουν πράγματι από μουσική, είναι ένας εξ αυτών και μάλιστα από τους κορυφαίους.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΑΡΜΕΝΗ

Άλλωστε ο δρόμος του Γιώργου Μυζάλη στη ζωή, φάνηκε από πολύ νωρίς ότι θα ήταν γεμάτος πεντάγραμμα, όργανα, ήχους και μελωδίες..

«Ο δάσκαλος μου στο Δημοτικό, ο Θέμης Μακαντάσης, ήταν ένας τύπος που ήθελε να μας μαθαίνει θεωρία, κλίμακες, νότες, πεντάγραμμα και τέτοια.. Κι επειδή είχαμε και χορωδία και τραγουδούσα από τη β’ δημοτικού, μου άρεσαν μάλλον αυτοί που παίζανε μπροστά κιθάρα. Ξεκίνησα να μαθαίνω κι εγώ στην Ε’ Δημοτικού».

Αυτός ο δάσκαλος λοιπόν όντως δεν ήταν τυχαίος. Δεν άφησε στην τύχη του το μικρό που αποστήθιζε με μια ακρόαση τους στίχους ολόκληρου τραγουδιού. Έπιασε τη μητέρα του και της πρότεινε να γράψει το παιδί στο Μουσικό Γυμνάσιο.

«Και είπε η μάνα μου ναι. Και είπα κι εγώ ναι χωρίς να ξέρω ότι έπρεπε να κάθομαι τρεις ώρες παραπάνω τις Παρασκευές.. Έδωσα κάτι εξετάσεις, μπήκα στο Μουσικό Γυμνάσιο και χωρίς να το πολυκαταλάβω βρέθηκα να τελειώνω το Λύκειο και να δίνω Πανελλήνιες εξετάσεις. Την πρώτη φορά έβαλα πρώτη επιλογή τη Νομική και τη Μουσική από κάτω. Μου άρεσε μια τηλεοπτική σειρά, ο Μάτλοκ με τον Andy Griffith, που είχε σχέση με την εγκληματολογία. Μου άρεσε πώς κέρδιζε τις υποθέσεις συνέχεια. Έτσι είχα λίγο ψηθεί αλλά ήξερα μέσα μου ότι δεν θα έπιανα τους βαθμούς για να μπω στη Νομική. Τη δεύτερη χρονιά το είπα στον πατέρα μου ότι θα τη βάλω κάτω από τη Μουσική. Ήταν ο πατριός μου και προς τιμήν του μου είπε ‘βρε παιδάκι μου και με τόσες υποθέσεις που έχω – κάτι κληρονομικά και περιουσιακά – θα σε είχα μόνο εγώ καλυμμένο από δουλειά’».

 Κι έτσι ο Γιώργος Μυζάλης που στα επτά του το 1985 βρέθηκε για πρώτη φορά σε συναυλία στο ΟΑΚΑ στη μνήμη του Μάνου Λοϊζου, μεγαλώνοντας έμαθε να παίζει κιθάρα, πιάνο, λίγο κλαρίνο και ταμπουρά και να σπουδάζει μουσικολογία στη δική μου πατρίδα, την Κέρκυρα, στο νησί με την μελωδική ντοπιολαλιά και ίσως με την πιο μακρά μουσική παράδοση..

«Θυμάμαι φανταστικούς ανθρώπους, ανοικτά σπίτια, μελωδικές ομιλίες, υπέροχα φαγητά, ωραίες παρέες. Όσους Κερκυραίους γνώρισα, κάποιο όργανο είχαν παίξει και συνήθως ήταν πνευστό. Θυμάμαι και την «κόντρα» μεταξύ των φιλαρμονικών και βέβαια εκείνο το καταπληκτικό Πάσχα..»

Έφηβος άκουγε πολύ heavy metal αλλά τα ραδιόφωνα στο σπίτι και στο αυτοκίνητο έπαιζαν πολύ Νταλάρα, Αλεξίου, Γαλάνη και Πάριο.

«Ο βιολογικός μου πατέρας είχε πεθάνει αλλά ένα κοινό σημείο που είχα με τη μάνα μου ήταν η «Νταλαροαγάπη» μας. Στις συναυλίες του Νταλάρα, ενίοτε έπαιζε κιθάρα και ο Γιάννης Σπάθας οπότε είχαν και κάτι από metal..»

Και όπως οι περισσότεροι τότε, άκουγε αυθεντικό ελληνικό ροκ..

«Σιδηρόπουλο, Τρύπες. Τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου δεν τον βάζω στα ροκ γιατί το δεύτερο τραγούδι που θυμάμαι να λέω ήταν το Μαχαίρι του Μικρούτσικου. Ροκ είναι η στάση, δεν είναι ο ήχος. Ο Παπακωνσταντίνου ξεπερνούσε τα όρια του είδους. Ο πιο mainstream ροκάς ήταν ο Σιδηρόπουλος. Ο Παπακωνσταντίνου έφερε τη ροκ μουσική σε όλα τα σπίτια. Μπορούσε να τραγουδάει παράλληλα Νικόλα Άσιμο, τα Χαιρετίσματα, Καββαδία και Θεοδωράκη. Οι Κατσιμιχαίοι ήταν πολύ μεγάλη αγάπη. Μετά το Λύκειο τους έβλεπα όπου κι αν έπαιζαν. Τους έχω δει και στην Κέρκυρα. Τους Πυξ Λαξ, για να είμαι ειλικρινής αφού με ρωτάς, ποτέ δεν τους έβαλα στην καρδιά μου. Αναγνωρίζω τη μεγάλη προσφορά, κάποια πραγματικά πολύ μεγάλα τραγούδια αλλά για μένα οι πορείες που ακολούθησαν μόνοι τους μετά, ο Στόκας και λιγότερο ο Πλιάτσικας, μού είναι πιο ενδιαφέρουσες. Το μεγάλο συγκρότημα της χώρας ήταν εκείνα τα χρόνια οι Τρύπες και λίγο πιο πριν οι Socrates. Αλλά δεν είχαν επιρροή σε όλα τα στρώματα ενώ οι Πυξ Λαξ μπήκαν σε κάθε σπίτι και αυτοκίνητο και επί της ουσίας ήταν ποπ με την έννοια το popular. Δεν είναι μεμπτό».

Μου παρομοίασε τα τραγούδια της εφηβείας με εκείνα τα αγαπημένα ρούχα που αρνείται κανείς να τα αποχωριστεί…

«Τα ακούω με νοσταλγική διάθεση, πολύ συχνά συγκινημένος και μερικά κομμάτια με την ίδια ένταση και αγάπη. Είναι σαν την αγαπημένη σου μπλούζα ρε παιδί μου που τη φοράς με προσοχή για να μην τη χαλάσεις. Αλλά μου αρέσει να βρίσκω και καινούργια πράγματα. Το «Κάπου νυχτώνει» θα με συγκινεί μέχρι το τέλος της ζωής μου αλλά μου αρέσει και ένας δίσκος που έβγαλε ο Νταλάρας πέρσι. Ή μου αρέσουν και οι Social Waste που ανακάλυψα πρόσφατα ή αυτός ο τυπάκος ο ΛΕΞ, αυτός ο ράπερ που έχει κάνει αίσθηση. Κι αν μου πεις ότι υπάρχει ένας καλλιτέχνης του ’75 που δεν τον ξέρω και είναι καλλιτεχνάρα και τον πιάσω από την αρχή τώρα, θα είμαι τρισευτυχισμένος»

Τον ρώτησα αν υπάρχει είδος μουσικής που απεχθάνεται. «Υπάρχει μουσική που δεν προτιμώ», μου απάντησε αναφέροντας την trance και το thrash metal, εξηγώντας πάντως ότι υπάρχουν άνθρωποι που συγκινούνται και από αυτά τα είδη. Δεν μπορούσα να μη ρωτήσω ποια χαρακτηριστικά πρέπει να έχει ένα τραγούδι για να είναι από αυτά που προτιμά…

«Ένα μόνο. Να με συγκινήσει. Τίποτα άλλο. Συγκινούμαι με τη Θάλασσα του Μουντάκη, με το A Tale That Wasnt Right των Helloween, με το All for one and one for all του Bryan Adams, με τραγούδια των Portishead, με κομμάτια που έχει πει ο Ρέμος, ο Σαμπάνης, η Πέγκυ Ζήνα.. Υπάρχει ένα τραγούδι που έχει πει ο Πασχάλης Τερζής με μουσική που έχει γράψει η Μαντώ και στίχους η Ιφιγένεια Γιαννοπούλου. Λέγεται 9/8. Είναι ένα πολύ βαρύ ζεϊμπέκικο και στο ρεφρέν λέει «ό,τι θυμάμαι από της μάνας μου τα μάτια» και «ό,τι θυμάμαι από του πατέρα μου τον ήχο». Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν δύο ετών.. Και ο Βασίλης Τερλέγκας στην Εθνική Οδό να το έλεγε ,χωρίς να υποβαθμίζω κανέναν και τίποτα, και οι Lordi με τις μάσκες που κέρδισαν τη Eurovision, αυτός ο στίχος θα με ταρακουνούσε»

Καλός τραγουδιστής ξεκαθαρίζει είναι αυτός που θα βγει και θα πει σωστά όλες τις νότες, που δεν θα είναι φάλτσος και θα καταλάβεις όλα τα λόγια γιατί έχει καλή άρθρωση. Δεν αρκεί μόνο να έχεις καλή φωνή για να τα κάνεις αυτά…

«Υπάρχουν άνθρωποι που με την αλήθεια και την ντομπροσύνη του έργου τους συγκίνησαν πολύ περισσότερο πχ από την τεράστια έκταση της φωνής της Celine Dion. Από το δικό μας Διονύση Σαββόπουλο μέχρι τον Bob Dylan».

Του ζήτησα ονόματα αγαπημένων του τραγουδιστών.

«Ο Νταλάρας είναι εκτός συναγωνισμού. Έχω τη φωνή του μέσα στα αυτιά μου από μικρός. Για μένα όρισε τα στάνταρ και είναι καλύτερος μουσικός απ’ ό,τι τραγουδιστής. Είναι ο πιο μουσικός τραγουδιστής. Αν με ρωτήσεις ποιος είναι ο καλύτερος τραγουδιστής που πέρασε από τη χώρα, για μένα είναι ο Νίκος Ξυλούρης. Πολύ μεγάλη φωνή ήταν ο Γιάννης Πάριος. Αν τον δεις να τραγουδάει σε ένα μαγαζί και ειδικά όσο πας πιο πίσω στο χρόνο, είναι ο απόλυτος άρχοντας αυτής της δουλειάς και όπως τραγουδούσε πριν 40 χρόνια, τραγουδάει και σήμερα. Με συγκινεί ο Μπιθικώτσης και αναγνωρίζω τον Καζαντζίδη παρότι δε μου κολλάει. Στις γυναίκες αδιαφιλονίκητο νούμερο ένα είναι η Αλεξίου. Μεγάλη φωνή επίσης και αγαπημένη η Μοσχολιού και φυσικά η Γαλάνη, η Βιτάλη..»

Ως στιχουργός είδε δικό τραγούδι πρώτη φορά σε δίσκο του Ευρυπίδη Ζεμενίδη το 2009 και το 2013 έγραψε τα λόγια σε όλα τα κομμάτια του  παιδικού δίσκου «Τέσσερις Εποχές και μια συγνώμη» με ερμηνευτές τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Τζίμη Πανούση και την Ελεωνόρα Ζουγανέλη.. Και φέτος ήρθε η ώρα της «Μάνας». Συγκλονιστικό κομμάτι που ο Γιώργος Μυζάλης έγραψε στίχους και μουσική, το ερμήνευσε εκπληκτικά ο Γιώργος Νταλάρας και μπορείτε να το ακούσετε εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=g34daceZ-k0

«Η ‘Μάνα’ γράφτηκε σε ένα βράδυ αλλά ήταν ένα «ξεφόρτωμα» τετραετίας. Δυο χρόνια πριν πεθάνει η μητέρα μου και δυο χρόνια αφότου πέθανε η κατάσταση δεν ήταν καλή. Αυτό μου είχε βγει σε μία έντονη δημιουργικότητα εκείνο το διάστημα, κυρίως αυτοψυχαναλυτικά. Αλλά είχα κάθε τόσο κάτι σαν υπενθύμιση που μου έλεγε ότι ‘αυτό πρέπει να το λύσεις’. Ένα βράδυ ξάπλωσα να κοιμηθώ και έγραψα τους στίχους στο σημειωματάριο του κινητού μου. Μου ήρθε όλο, από την αρχή ως το τέλος χωρίς να σβήσω τίποτα. Συνεργάστηκα και συνεργάζομαι με ένα φίλο από τους ΑΛΚΜΑΝ, το Δημήτρη το Σινάνογλου ο οποίος μου έγραφε μουσικές σε τραγούδια. Είπα ότι το επόμενο πρωί θα του στείλω τους στίχους αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Είχα καταλάβει ότι αυτός ο στίχος είναι πολύ προσωπικός. Η μάνα μου έχασε δύο άντρες και όταν ήταν πολύ άρρωστη και κατάκοιτη, όταν της έκανα πλάκα γέλαγε με τύψεις γιατί τους είχε χάσει. Εξού και ο στίχος λέει «Να γελάς χωρίς να θέλεις το κατάφερνα συχνά, μα να κλαις ήθελες πάντα ώσπου έφυγες μακριά». Σκέφτηκα ότι κανένας Δημήτρης δεν μπορεί να πιάσει ακριβώς αυτό που θέλω να πω και ότι είμαι αναγκασμένος να δοκιμάσω να γράψω τη μουσική. Σηκώθηκα, έπιασα μια παλιά, ψιλοσκευρωμένη κιόλας, κιθαρούλα και σιγά σιγά, εκείνη την ώρα, έφτιαξα αυτή τη μελωδία σε 10 λεπτά. Όπως σου το λέω. Το ηχογράφησα στο κινητό, το έστειλα με email στο Δημήτρη και έπεσα για ύπνο με την αγωνία που έχεις τα Χριστούγεννα να πας κάτω από το δέντρο να βρεις το δώρο. ‘Έχεις γράψει ένα εξαιρετικό τραγούδι. Θυμίζει παλιό καλό Αντώνη Βαρδή’, μου απάντησε ο Δημήτρης. Ήταν 14 προς 15 Μαίου του 2015»

Ο Γιώργος Νταλάρας ήταν ο αγαπημένος τραγουδιστής της Μαρίνας. Στην πορεία των χρόνων έγινε και δικός του και ήταν τελικά αυτός που είπε το τραγούδι!

«Το φθινόπωρο του 2016 σε μια συνέντευξη ρώτησα τον Νταλάρα αν του δίνουν ακόμα νέοι καλλιτέχνες τραγούδια και αν τα ακούει. Μου απάντησε θετικά και τον ρώτησα αν μπορώ να του στείλω κάποια έχοντας στο μυαλό μου αυτά που είχαμε κάνει με το Δημήτρη. Μια Τρίτη του έστειλα 15 κομμάτια μέσα στα οποία ήταν και η «Μάνα». Την Παρασκευή ενώ οδηγούσα στην εθνική και άκουγα μουσική στο spotify. πήγα να αλλάξω τραγούδι και εκείνη την ώρα έκλεισα στα μούτρα κλήση με απόκρυψη. ‘Και σε ξαναπήρα ρε;’, μου έλεγε στο στούντιο 4 χρόνια μετά ο Νταλάρας. Εκείνος ήταν λοιπόν και μου είπε επιλέξει ‘Γιώργο τη Μάνα θα την έβαζα σε ένα δίσκο αύριο το πρωί’. Πήγα να τρακάρω όπως καταλαβαίνεις. Κάναμε μια πολύ συγκινητική συζήτηση καθώς φτάσαμε να μιλάμε για τις μανάδες μας. Του είπα ‘έτσι όπως γίναμε εγώ θέλω να σας πω κάτι. Δεν νοιάζει αν αυτό το τραγούδι θα το πείτε, αν θα κυκλοφορήσει. Κάντε το ό,τι θέλετε, δικό σας είναι. Εγώ θα ήθελα μια φορά, αν γίνεται, να βρεθούμε σε ένα δωμάτιο και να σας ακούσω να το λέτε. Αυτό μου αρκεί’. Έβαλε τα γέλια και μου απάντησε ότι δεν θα χαθούμε και ότι τώρα πρέπει να φτιάξει τα κεραμίδια στο σπίτι και να ξεχορταριάσει τον κήπο του και όταν αποφασίσω να κάνω κάτι με αυτό το τραγούδι να του πω».

Στην άλλη πλευρά του digital 45αριου δίσκου μπήκε ένα ακόμα τραγούδι του, το «Σκοτεινό Δωμάτιο» με ερμηνευτή τον Κώστα Παρίση. Είναι κομμάτι με στίχους εμπνεόμενους από το Αηδόνι στην Κερασιά του Σαββόπουλου που περιγράφουν την ερωτική πράξη και ήρθαν και παντρεύτηκαν με riff που έπαιζε στη κιθάρα κάθε φορά που έκανε ζέσταμα..Ο Κώστας Παρίσης έκανε όλη την παραγωγή.

«Αγάπησε και αντιμετώπισε τα τραγούδια σαν να ήταν δικά του. Είναι ένας γλυκύτατος άνθρωπος που έκανε αυτό που ήθελα εγώ να κάνω. Και είπε και το Σκοτεινό Δωμάτιο που εγώ δεν είχα καμία βλέψη να το τραγουδήσω. Έχω σωστή φωνή αλλά δεν θεωρώ ότι έχω καλή φωνή»

Μπορείς να ακούσεις το Σκοτεινό Δωμάτιο εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=Q3erWAi70y4

Μουσική δεν πολυψήνεται να ξαναγράψει. Στίχους όμως σίγουρα. Και ένα από τα κρυφά του όνειρα είναι ένα δικό του τραγούδι να ερμηνεύσει ο Αλκίνοος Ιωαννίδης.

«Θα μου άρεσε γιατί είναι ο άνθρωπος για τον οποίο θα είμαι βέβαιος ότι δεν μου το έκανε χάρη αλλά γιατί θα το πίστευε, θα του άρεσε, θα το αισθανόταν ότι μπορεί να το υπηρετήσει και για μένα θα ήταν τεράστια τιμή γιατί θα ίσχυαν όλα αυτά»

Μπήκαμε και στη γνωστή «διαμάχη» τι είναι έντεχνο και τι όχι..

«Στην πρώτη συνέντευξη που έκανα στη ζωή μου στο Θάνο Μικρούτσικο μου την «έπεσε» ότι εμείς οι μουσικολόγοι φταίμε που δεν έχουμε ορίσει τι είναι τι και πώς λέγεται. Φυσικά έντεχνο είναι ένα τραγούδι που έγραψε ο Αντώνης Βαρδής και λέγεται «Δυο ψέματα» και το είπε ο Ρέμος. Είναι τεράστιο, συγκλονιστικό, τραγούδι και τι σημασία έχει αν το λέει στις 4 το πρωί και δεν φαίνεται ο ίδιος από τα λουλούδια.. Υπάρχουν και φερόμενα ως έντεχνα όπως «Ο Τούρκος στο Παρίσι» του Μαχαιρίτσα που έκανε τεράστια επιτυχία αλλά δεν είναι κανένα συγκλονιστικό τραγούδι και φαντάζομαι και οι δημιουργοί του το ξέρανε..»

Δεν αρνήθηκε ότι ο ίδιος έχει γράψει και τραγούδια που άνετα θα έλεγαν οι λεγόμενοι τραγουδιστές της πίστας. Ζήτησα την άποψή του για τα μπουζούκια..

«Τα μπουζούκια είναι μία χαρά! Η αισθητική δεν είναι πολύ καλή εκεί μέσα αλλά υπάρχουν μπουζούκια στα οποία πέρασα εξαιρετικά. Δεν μπορώ να μην αναφέρω την περίπτωση του Νίκου Βέρτη. Έχει την καλύτερη ορχήστρα στη χώρα, είναι στο πιο καλό μαγαζί, σέβονται τα χρήματά σου και ο άνθρωπος αυτός είναι πολύ δοτικός στη σκηνή και περνάει καλά ο κόσμος».

Και από τα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης πήγαμε και στα τηλεοπτικά reality

«Έδωσαν την εντύπωση ότι το είσαι τραγουδιστής είναι επικερδές. Προβάλλανε την γκλάμουρ πλευρά.. Δεν δείξανε ποτέ το Γιάννη Πάριο με το Γιώργο Νταλάρα σε ένα σκαραβαίο στο Άλσος Χαϊδαρίου να προσπαθούν να μάθουν τα γυρίσματα του Καζαντζίδη από το κασετόφωνο. Ο Βασίλης Τσιτσάνης μέχρι και μια εβδομάδα πριν πεθάνει ήταν στο πάλκο και έπαιζε για το μεροκάματο. Εσύ κι εγώ γιατί είμαστε μεροκαματιάρηδες και ο τραγουδιστής πρέπει να τραγουδάει μια φορά κάθε έξι μήνες σε μια αγορά 10 εκατομμυρίων ανθρώπων; Διότι αν ήσουν ο Robbie Williams μπορεί να αρκούσε να εμφανιστείς μία φορά..»

Συμφωνήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν βοηθάει για να κάνει κανείς διεθνή καριέρα και τον ρώτησα αν θεωρεί ότι το διαδίκτυο επιβάρυνε την κατάσταση καθώς από τη μία προβάλλει αλλά από την άλλη «σκότωσε» τη δισκογραφία..

«Οι δισκογραφικές εταιρείες «σκότωσαν» τη δισκογραφία. Και στο εξωτερικό υπάρχει ίντερνετ αλλά δεν έχει πεθάνει το τραγούδι γιατί οι εταιρείες αναδιπλώθηκαν και οι κοινωνίες βοήθησαν γιατί δεν πιστεύουν ότι η μουσική είναι τζάμπα..»

Σπουδαία στιγμή στη ζωή του ήταν αναμφισβήτητα η έκδοση του βιβλίου του «Το πολιτικό τραγούδι στην Ελλάδα 1974-2002». Υπάρχει και σήμερα πολιτικό τραγούδι μου είπε κατηγορηματικά.

«Δεν παίζεται σε κανένα ραδιόφωνο αλλά εκφράζει ολόκληρη γενιά που αισθάνεται χαντακωμένη γιατί αυτά τα παιδιά δεν πρόλαβαν να γευτούν τίποτε. Αυτός ο ΛΕΞ που σου είπα αλλά και άλλα συγκροτήματα μπορεί να μην τους παίζουν ποτέ ο Σφαίρα, ο Μελωδία ή ο Μέντα αλλά γεμίζουν στάδια. Αν αναζητείς το πολιτικό τραγούδι σήμερα με την έννοια του μεγάλου μπροστάρη Μίκη Θεοδωράκη, είσαι αυτό που έλεγε ο Ραπτόπουλος στα βιβλία του «νεογέρος». Αλλάζουν οι τρόποι..»

Ετοιμάζει και δεύτερο βιβλίο για το θέμα με ανέκδοτο, πρωτογενές υλικό που πάει την έρευνα παρακάτω. Υποσχέθηκα να είμαι παρών αυτή τη φορά στην παρουσίαση και εκμεταλλευόμενος την οικειότητα μεταξύ μας πέρασα σε πιο προσωπικές ερωτήσεις.

  • Ονειρεύεσαι να γίνεις πατέρας;
  • Αυτός είναι ένας στόχος που μπορώ να σου πω ότι δεν υπάρχει καθόλου στο μυαλό μου. Είναι μια ευθύνη που δεν μπορώ να σηκώσω και προτιμώ να μην τη σηκώσω.
  • Πιο εύκολα κλαις ή γελάς;
  • Κατά περιόδους πιο εύκολα γελάω, εξίσου εύκολα συγκινούμαι και πιο δύσκολα κλαίω.
  • Τι σε προβληματίζει περισσότερο στις μέρες μας;
  • Ότι οι άνθρωποι δεν συναντιόμαστε με φυσική παρουσία. Και δεν μιλάω για τον κορονοϊό. Μια Πρωτοχρονιά με ρώτησαν τι εύχομαι για φέτος και είπα να βρεθούμε πιο πολλές φορές δια ζώσης από όσες βρεθήκαμε πέρσι.
  • Αν ήσουν για μια μέρα πρωθυπουργός, ποια απόφαση θα έσπευδες να πάρεις;
  • Θα επέτρεπα το γάμο μεταξύ όλων.
  • Χορεύεις;
  • Μεθυσμένος. Και τα τελευταία χρόνια δεν μεθάω κιόλας.
  • Πως περνάς στις χαρές και τις λύπες;
  • Τρέχω. Στις λύπες σίγουρα. Στις χαρές μπορεί να πιω λίγο αλκοόλ.
  • Ποιο τραγούδι θα αφιέρωνες στον εαυτό σου και ποιο στους φίλους σου;
  • Στον εαυτό μου το «Μυαλό δεν θα βάλει» του Μητροπάνου και το «je n’ai rien oublie» του Charles Aznavour που στον τελευταίο του στίχο λέει σε ένα παλιό του έρωτα: «θα ήθελα, αν ήθελες, χωρίς να θέλω να σε πιέσω, να σε ξαναδώ, αν αυτό δεν σε επιβαρύνει» Αυτή η υπερβολική διακριτικότητα και ευγένεια. Στους φίλους μου θα αφιέρωνα όλα τα τραγούδια της γης. Το να είναι φίλος μου κάποιος και να το λέω εγώ, σημαίνει ότι με έχει αγαπήσει πολύ και το έχω καταλάβει, ότι είναι ακέραιος, έντιμος, ντόμπρος άνθρωπος και μου έχει προκαλέσει την επιθυμία να τον βοηθήσω όποτε το χρειαστεί. Οι καλύτεροι μου φίλοι είναι αυτοί που προτιμώ τα δικά τους γενέθλια από τα δικά μου και αξίζουν όλα τα τραγούδια του κόσμου.
  • Την άλλη φορά θα τα πούμε τρέχοντας*.
  • Οπωσδήποτε.

*Ο Γιώργος Μυζάλης συν τοις άλλοις είναι ένας από τους καλύτερους αθλούμενους μαραθωνοδρόμους στην Ελλάδα.

Πηγή: thepresident.gr