Ε.Βαρδουλάκης – 2ο «ΟΝΝΕΔ Talks»: Τα «συν» και τα «πλην» Τραμπ και Μπάιντεν

0
7

Με την άμμο στην κλεψύδρα των αμερικανικών εκλογών να λιγοστεύει πλέον, οι εκλογές αυτές που βγάζουν… πλανητάρχη – όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο πρόεδρος της ΟΝΝΕΔ, Παύλος Μαρινάκης – ήταν το αντικείμενο του δεύτερου «ΟΝΝΕΔ Talks» αυτής της σεζόν, με προσκεκλημένο, τη φορά αυτή, το σύμβουλο στρατηγικής και επικοινωνίας Ευτύχη Βαρδουλάκη.

Όπως από την αρχή σημείωσε ο Ε. Βαρδουλάκης, οι φετινές αμερικανικές εκλογές είναι «εκλογές εξαιρετικής πόλωσης, και είναι πολωμένη, όχι μόνο η προεκλογική περίοδος – και το 2016 ήταν πολύ πολωτικές εκλογές – τώρα είναι πολωμένη όλη η τετραετία». Τώρα, μάλιστα, η πόλωση «γίνεται όλο και βαθύτερη, έχει διχάσει την αμερικανική κοινωνία. Είναι μια πόλωση που ξεπερνά την παραδοσιακή έννοια, Δημοκρατικοί Vs Ρεπουμπλικάνων. Είναι μια πόλωση έντονα ηλικιακή, οι Δημοκρατικοί σαρώνουν στις ηλικίες κάτω των 40, οι Ρεπουμπλικάνοι είναι πολύ καλύτεροι στις μεγαλύτερες ηλικίες». Επιπλέον, «είναι πολύ έντονος ο διχασμός σε πολιτισμικά στοιχεία, ειδικά μεταξύ πόλεων και επαρχίας, οι πόλεις είναι προσανατολισμένες προς τους Δημοκρατικούς, στις μικρές πόλεις, χωριά, περιφέρεια, προάστια σαρώνουν οι Ρεπουμπλικάνοι».

Όμως, υπάρχει και κάτι που άλλαξε την τελευταία τετραετία, επεσήμανε ο ομιλητής: «οι Δημοκρατικοί ήταν κάποτε το κόμμα της εργατικής τάξης, με μεγαλύτερη επιρροή στα συνδικάτα, (το κόμμα) των πιο αδύναμων οικονομικά στρωμάτων. Αυτό έχει αλλάξει κατά την περίοδο Τραμπ, κάνει μεγαλύτερο ‘γκελ’ σε ανθρώπους χαμηλότερων εισοδημάτων και στους εργαζόμενους ‘blue collar’ από ό,τι σε επιστήμονες, σε πιο ελίτ επαγγέλματα».

Το βασικό στοιχείο της πόλωσης είναι «η ίδια η προσωπικότητα του Ντόναλντ Τραμπ, ένας άνθρωπος που δεν είχε διεκδικήσει ποτέ δημόσιο αξίωμα, ήλθε και σάρωσε πρώτα στις εκλογές του Ρεπουμπλικανικού κόμματος και μετά και στις εθνικές εκλογές (…) Είναι ένα πρόσωπο που προκαλεί συμπάθειες και φοβερές αντισυσπειρώσεις», είπε για την προσωπικότητα του Αμερικανού Προέδρου ο Ε. Βαρδουλάκης, εστιάζοντας στη συνέχεια στις στρατηγικές των δύο κομμάτων.

«Μέχρι τον κορονοϊό, τον Φεβρουάριο, η στρατηγική του Τραμπ ήταν πάρα πολύ απλή: Ο Τραμπ δεν είναι ο ωραίος τύπος, αλλά είναι ο άνθρωπος που έκανε την οικονομία να λειτουργήσει, είχε να δείξει το μικρότερο ποσοστό ανεργίας στις ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες. Χωρίς να είναι ποτέ ιδιαίτερα δημοφιλής – δεν πέρασε ποτέ το 45%, που δεν είναι ιδιαίτερα καλό για Πρόεδρο- (αλλά) στον τομέα της οικονομίας οι επιδόσεις του ξεπερνούσαν το 60%». Όμως, «με τον κορονοϊό αυτά τα πράγματα πήγαν στην άκρη. Έφυγε η οικονομία από κεντρικό θέμα κι επίσης η αμερικανική οικονομία μπήκε σε ύφεση, εκτινάχθηκε η ανεργία. Δεν είναι συνεπώς εύκολο να λες τι καλά που τα είχα πάει…».

Στο αντίπαλο στρατόπεδο, «οι Δημοκρατικοί είχαν πάει με την προσέγγιση ότι οι εκλογές είναι δημοψήφισμα, ‘θέλετε ή δεν θέλετε τον Τραμπ’. Γι’ αυτό και επέλεξαν έναν υποψήφιο με τα χαρακτηριστικά του Τζο Μπάιντεν, ο οποίος δεν προκαλεί ενθουσιασμό, είναι όμως αξιοπρεπής, συμπαθής, δεν έχει γωνίες, μπορεί να καθησυχάσει όλα τα κρίσιμα εκλογικά σώματα. Δεν τον φοβούνται οι μεσοαστοί της Αμερικής, δεν ενοχλεί τους progressive, όπως είχε γίνει με την Χ. Κλίντον. Η δημοτικότητά του έχει πάντα θετικό πρόσημο».

Όπως εξάλλου υπογράμμισε ο Ε. Βαρδουλάκης, «ο Μπάιντεν έχει προβάδισμα στις περισσότερες κρίσιμες Πολιτείες, ειδικά στις τρεις κρισιμότερες, Μίσιγκαν, Ουισκόνσιν και Πενσυλβάνια. Το προβάδισμά του, δείχνει αρκετά παγιωμένο και έχει σήμερα πολύ καλύτερα ποσοστά από ό,τι είχε στο αντίστοιχο χρονικό σημείο η Χίλαρι Κλίντον» (3-5% η Χ. Κλίντον, κατά μέσο όρο 6-8% ο Μπάιντεν). Και, «αν θεωρήσουμε ότι η τάση αυτή θα είναι ισομερώς κατανεμημένη σε όλες τις Πολιτείες, αυτό δίνει έναν προβάδισμα στον Μπάιντεν». Από την άλλη, καθώς στην Αμερική δεν είναι δεδομένο το εκλογικό σώμα, πρέπει να πας να γραφτείς στους εκλογικούς καταλόγους, «ενώ οι Δημοκρατικοί έχουν τον ‘αέρα’ στην κοινωνία, στο οργανωτικό επίπεδο φαίνεται πως έχουν καλύτερη δουλειά οι Ρεπουμπλικάνοι, έχουν γράψει περισσότερο κόσμο από ό,τι το 2016. Αυτό είναι το στοιχείο που προκαλεί ανησυχία στους Δημοκρατικούς και μια επιφύλαξη στους πολιτικούς αναλυτές», παρατήρησε εξάλλου.

Κλείνοντας, ο Ε. Βαρδουλάκης απάντησε και στο ερώτημα που του είχε θέσει εισαγωγικά ο πρόεδρος της ΟΝΝΕΔ, Παύλος Μαρινάκης, «πώς το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών και με ποιο τρόπο μπορεί να επηρεάσει τη δική μας χώρα».

Κατά τον ομιλητή, «την Ελλάδα δεν θα την επηρεάσει καθοριστικά η εκλογή του ενός ή του άλλου – κι εξηγώ το γιατί: οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις έχουν παρουσιάσει πολύ μεγάλη βελτίωση τα τελευταία χρόνια, κι αυτή η βελτίωση έγινε επί Προεδρίας Τραμπ. Ο Πομπέο ήλθε δύο φορές στην Ελλάδα μέσα σε ένα χρόνο. Έχουν πάει δύο Έλληνες πρωθυπουργοί στο Λεύκο Οίκο επί Τραμπ».

Συνεπώς, «μπορεί να λέει ό,τι θέλει ο Τραμπ για τον Ερντογάν, να υπάρχει η αίσθηση ότι παραδοσιακά οι Ρεπουμπλικάνοι είναι λίγο πιο στενά συνδεδεμένοι με το τουρκικό λόμπι, αλλά αυτό δεν το είδαμε στην πράξη, Είδαμε μια καθαρή βελτίωση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων με αυτήν την κυβέρνηση. Από την άλλη οι Δημοκρατικοί επειδή είναι πιο στενά συνδεδεμένοι με τη γραφειοκρατία, έχουν ξεκινήσει πιο έντονο καυγά με την τουρκική πλευρά».

Εν κατακλείδι, «η ελληνική κυβέρνηση ορθώς κάνει και δεν παίρνει θέση υπέρ του ενός ή του άλλου. Η ελληνική πλευρά οφείλει να συνεχίζει να προβάλει τις θέσεις μας και να εκμεταλλεύεται την όποια δυσπιστία προκαλούν οι απέναντι. Να μην έχουμε αφελείς προσδοκίες ότι μπορεί ο οποιοσδήποτε Πρόεδρος να παραβλέψει τα γεωπολιτικά δεδομένα και τη δυναμική που αυτά δημιουργούν», τόνισε κλείνοντας την εισαγωγική τοποθέτησή του ο Ε. Βαρδουλάκης. Ακολούθησε, τέλος, πλούσιος προβληματισμός με πολλά ερωτήματα εκ μέρους των μελών της ΟΝΝΕΔ.

Πηγή: thepresident.gr