Αλμούνια: Χρειαζόμαστε συντονισμό οικονομικών πολιτικών στην ΕΕ

0
40

ΑΠΕ

Οι νέες προκλήσεις, απαιτούν και νέους κανόνες και συντονισμό των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής, τονίζει ο πρόεδρος του Κέντρου Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEPS) πρώην Επίτροπος Οικονομικών, Χοακίν Αλμούνια, ο οποίος, ωστόσο, εκτιμά ότι λόγω των συνθηκών που διαμορφώθηκαν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, δεν είναι πολύ πιθανό οι Ευρωπαίοι υπουργοί Οικονομικών να έρθουν σε συμφωνία έως το τέλος του χρόνου.

Ο κ. Αλμούνια, συμμετείχε σε συζήτηση με θέμα “Τα απαραίτητα βήματα για μια ισχυρή ελληνική Οικονομία”, με συνομιλητές τον αναλυτή του Bruegel, Ζολτ Ντάρβας και τον καθηγητή (Business School and St. Edmund Hall, University of Oxford) Δημήτρη Τσομώκο την οποία συντόνισε ο δημοσιογράφος Αιμίλιος Περδικάρης, Πρόεδρος και Γενικός Διευθυντής του Αθηναϊκού και Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων.

Αναφερόμενος στις σημερινές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι οικονομίες των χωρών της ΕΕ, μεταξύ των οποίων και η χώρα μας, λόγω των αλλεπάλληλων κρίσεων με κορυφαία αυτή του πολέμου στην Ουκρανία, σημείωσε ότι τώρα η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα διαφορετικό σημείο: “Τώρα οι περισσότεροι ηγέτες θα συμφωνούσαν ότι πρέπει να έχουμε μια πραγματική τραπεζική ενοποίηση για να ενισχύσουμε την Οικονομία, να μοιραστούμε το ρίσκο αλλά και ότι χρειαζόμαστε συντονισμό οικονομικών πολιτικών”, ανέφερε χαρακτηριστικά. Προσέθεσε δε, ότι χρειαζόμαστε κοινούς κανόνες δημόσιων δαπανών και αξιόπιστη προσαρμογή δημοσίου χρέους με μακροπρόθεσμο ορίζοντα και με αξιόπιστες λύσεις αλλά και εθνικές συναινέσεις.

“Αυτό είναι το πλαίσιο πλέον, αλλά τώρα με τον πληθωρισμό να έχει φθάσει στα ύψη θα είναι δύσκολο οι οικονομικοί υπουργοί να έρθουν σε μια συμφωνία μέχρι το τέλος του χρόνου”, σημείωσε ο πρώην Επίτροπος.

Οι παραδοχές και οι στόχοι των προγραμμάτων λιτότητας ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξοι

Σε μια ανασκόπηση στην πορεία της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία δέκα χρόνια και την αποτελεσματικότητα των δημοσιονομικών προγραμμάτων που εφαρμόστηκαν, ο κ. Αλμούνια (στον οποίο το ΔΣ του ESM ανέθεσε μέχρι το 2018 την αξιολόγηση των ελληνικών προγραμμάτων που είχαν εφαρμοστεί) τόνισε ότι σήμερα η κατάσταση βελτιώθηκε, ωστόσο από τα όσα έγιναν, δεν έγιναν όλα σωστά. Όπως υπενθύμισε, η Έκθεσή του ασκεί κριτική για τον τρόπο με τον οποίο έγιναν τα πράγματα σε σχέση με τον καθορισμό των στόχων των όρων οι οποίοι είχαν τεθεί, αλλά και την έλλειψη πολιτικής ιδιοκτησίας του προγράμματος από τις ελληνικές κυβερνήσεις.

«Το 2010, όταν η κρίση έγινε κρίση δημοσίου χρέους και επηρέασε τις αγορές, δεν υπήρχε ερώτημα για το αν θα υπάρξει η λιτότητα, με το χρέος πάνω από το 100% του ΑΕΠ. Η λιτότητα ήταν δεδομένη και το θέμα πια ήταν η ένταση της λιτότητας. Εγώ επέμενα ότι η λιτότητα ήταν υπέρμετρα μεγάλη, ενώ το μονοπάτι προσαρμογής δεν ήταν βιώσιμο γιατί ήταν πολύ σύντομο. Κατά τη διάρκεια της κρίσης δημοσίου χρέους, έπρεπε να υπάρχει πιο ήπια προσαρμογή σε συνδυασμό με άλλα μέτρα. Αντίθετα, τότε θεωρούσαν ότι έπρεπε να γίνουν πολλά και όσο γίνεται γρηγορότερα να πετύχουν στόχους, κάτι που ήταν λάθος», σημείωσε ο κ. Αλμούνια.

«Το πρόβλημα, ήταν ότι δε χρειαζόταν μόνο δημοσιονομικά μέτρα, αλλά και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ώστε να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη και να επιστρέψουν οι επενδυτές. Δεν επέστρεψαν όμως. Η έλλειψη συμμόρφωσης το 2014 και το γεγονός ότι δεν υπέγραψε την λήξη του τρίτου προγράμματος η κυβέρνηση Σαμαρά, οδήγησε στη μείωση της εμπιστοσύνης και στο να εξατμιστούν πολλά οφέλη από τα όσα είχαν δημιουργηθεί για την ελληνική οικονομία. Εξάλλου, η νέα κυβέρνηση Τσίπρα και ο υπουργός Οικονομικών, Γιάνης Βαρουφάκης, τήρησαν μια στάση η οποία έφερε την Ελλάδα στο χείλος της εξόδου από την Ευρωζώνη. Η έλλειψη ιδιοκτησίας του προγράμματος από τις ελληνικές κυβερνήσεις, έθεσε σε αμφιβολία την εμπιστοσύνη προς την Ελλάδα», ανέφερε ο κ. Αλμούνια.

Σχετικά με το τί πήγε λάθος στα προγράμματα λιτότητας ο πρώην Επίτροπος Οικονομικών, ανέφερε ότι οι παραδοχές και οι στόχοι ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξοι. “Οι παραδοχές ήταν λάθος γιατί καμιά πλευρά δεν ήθελε να δείξει πόσο μακροχρόνια έπρεπε να είναι η προσπάθεια και πόσα πραγματικά κεφάλαια χρειαζόταν”, τόνισε.

Ζολτ Ντάρβας: Τεράστια ευκαιρία και μεγάλη πρόκληση το Ταμείο Ανάκαμψης

Για τεράστια ευκαιρία για την Ελλάδα αλλά και μεγάλη πρόκληση έκανε λόγο ο αναλυτής Ζολτ Ντάρβας αναφερόμενος στα κονδύλια που θα διοχετευτούν στην Ελλάδα από το Ταμείο Ανάκαμψης για την περίοδο 2021 – 2026. Όπως υπενθύμισε, από τότε που έγινε η Ελλάδα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει χρησιμοποιήσει τα διαρθρωτικά ευρωπαϊκά ταμεία, όμως – σύμφωνα με τις έρευνες – τα αποτελέσματα δεν ήταν θετικά. “Στο παρελθόν, η Ελλάδα αντιμετώπισε τεράστιες προκλήσεις ως προς τη χρήση των κονδυλίων της Ε.Ε. Έχουν γίνει μεγάλες προσπάθειες για να χρησιμοποιηθούν επωφελώς τα χρήματα, αλλά η πρόκληση παραμένει κι έχει να κάνει με την χρηστή διαχείριση των κονδυλίων. Τα χρήματα αυτά, πρέπει να δαπανηθούν σωστά”, σημείωσε.

“Πρέπει να βελτιωθεί η διοικητική ικανότητα για την καλή χρήση αυτών των κονδυλίων”, τόνισε και συγκρίνοντας το ελληνικό σχέδιο για το Ταμείο Ανάκαμψης με άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα είπε ότι η σύνθεση του ελληνικού σχεδίου είναι πολύ πιο ποικιλόμορφη από τη Γερμανία ή τη Δανία, οι οποίες λαμβάνουν λιγότερα χρήματα ως ποσοστό του ΑΕΠ και είναι πιο στοχευμένες οι δράσεις τους, όμως το σχέδιο της Ελλάδας, είναι πιο ποικιλόμορφο, “κάτι που είναι τόσο θετικό όσο και δύσκολο”.

Ο κ. Ντάρβας, επέμεινε ιδιαιτέρως στην μεγάλη ανάγκη σωστής αξιοποίησης των κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης, εκ μέρους της χώρας μας, επισημαίνοντας πως η Ελλάδα, σε σχέση με την ψηφιοποίηση υπηρεσιών, την έρευνα και την ανάπτυξη βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις και το χάσμα που πρέπει να καλυφθεί είναι τεράστιο. Έτσι, τόνισε εμφατικά πως τα κεφάλαια, που θα μπορούσαν να εισρεύσουν στη χώρα είναι τεράστια, αλλά και αντίστοιχα μεγάλη η πρόκληση της σωστής χρήσης τους.

Αναφορικώς με τα προγράμματα λιτότητας που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα για δέκα χρόνια, ο κ. Ντάρβας παρατήρησε: “Η ελληνική Οικονομία μέχρι το 2008, δεν ήταν βιώσιμη και η προσαρμογή ήταν απαραίτητη. Το ερώτημα είναι ποιο θα έπρεπε να είναι το μέγεθος αυτής της αλλαγής και όχι αν χρειαζόταν. Τα προγράμματα ήταν υπέρμετρα αισιόδοξα σε εκτιμήσεις και παραδοχές. Πίεσαν πολύ και έβαλαν την Ελλάδα σε ένα αρνητικό σπιράλ. Αν ήταν όμως, πιο ρεαλιστικό το πρόγραμμα ενδεχομένως θα χρειαζόταν μεγαλύτερη χρηματοδότηση με 160 δις. και όχι 80 δις. Κι αυτό δεν ήταν εφικτό πολιτικά”.

Σχετικώς με τις σημερινές προκλήσεις, ο κ. Ντάρβας αναφέρθηκε ειδικά στο κόστος ενέργειας και σημείωσε ότι είναι απαραίτητες οι υψηλές τιμές ενέργειας για να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη απανθρακοποίησης. “Οι τιμές ενέργειας πρέπει να είναι μονίμως υψηλές. Αναμένω ότι σήμερα έχουν φτάσει σε ένα “πλατό”, στο οποίο και θα παραμείνουν στο μέλλον. Δεν πιστεύω ωστόσο ότι θα έχουν περαιτέρω αύξηση. Ο ρυθμός αύξησης του πληθωρισμού θα επιβραδυνθεί”, υπογράμμισε.

Όσον αφορά την ανάγκη λήψης μέτρων στήριξης των πολιτών για την μείωση της επιβάρυνσης από το κόστος ενέργειας, σημείωσε ότι το φτωχότερο 20% δαπανά πάνω από μισό τους εισοδήματός του για τροφή και ενέργεια και αυτοί είναι οι πολίτες που χρειάζονται στήριξη, όχι όμως και οι εύποροι. “Τους πλούσιους γιατί να τους στηρίξουμε; Γιατί να επιβαρυνθεί ο προϋπολογισμός και να τους πληρώνουμε για να θερμάνουν τις πισίνες τους;”, αναρωτήθηκε κι επισήμανε ότι απαιτείται περισσότερη δικαιοσύνη στην κρατική επιδότηση των τιμών της ενέργειας.

Δ. Τσομώκος: Η ΕΕ πρέπει να εξαντλήσει όλα τα εργαλεία της, απέναντι στις αλλεπάλληλες κρίσεις

“Τα προγράμματα λιτότητας είχαν ως αποτέλεσμα την μείωση κατά 29% του ΑΕΠ, 475.000 άνθρωποι υψηλών δεξιοτήτων να φύγουν από τη χώρα, αποβιομηχάνιση, αύξηση της ανεργίας”, σημείωσε ο καθηγητής Δημήτρης Τσομώκος.

Παρατήρησε ότι στην Ιρλανδία και την Πορτογαλία που η προσαρμογή ήταν πιο ήπια είχαν άλλη εξέλιξη, ενώ στην Ελλάδα τα προγράμματα ήταν τιμωρητικά για να λειτουργήσει η χώρα ως παράδειγμα προς αποφυγή και για να μην επαναληφθεί μια παρόμοια κατάσταση. “Αν στην Ελλάδα όμως είχε εφαρμοστεί μια πιο ήπια προσαρμογή δεν θα είχε η χώρα μια τόσο τραυματική εμπειρία με τόσο σοβαρές συνέπειες στην οικονομία της” τόνισε ο κ. Τσομώκος.

Εκτιμώντας ότι “δεν μπορούμε να πούμε το πρόγραμμα επιτυχημένο”, ο καθηγητής επισήμανε ότι “Και σήμερα, μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση, το σοκ στην εφοδιαστική αλυσίδα που δημιούργησε η πανδημία και ο πόλεμος στην Ουκρανία, η Ευρώπη βρίσκεται σε μια θέση που δεν θα μπορούσαν να φανταστούν οι εμπνευστές της Ευρωπαϊκής Ένωσης”.

Όπως παρατήρησε, η Ελλάδα χωρίς να έχει την απαιτούμενη δημοσιονομική δυνατότητα πρέπει να αντιμετωπίσει πληθωρισμό, μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και μειωμένες καταθέσεις, και προέκρινε την ανάγκη διαρθρωτικών μέτρων “για να προσπαθήσουμε να έχουμε μια επεκτατική επενδυτική πολιτική για να σταθεροποιήσουμε την κρίση στην αλυσίδα εφοδιασμού και να κλείσει το διευρυνόμενο χάσμα σε επίπεδο ΑΕΠ μεταξύ Βορρά και Νότου”. Όπως είπε χαρακτηριστικά “η πρόκληση είναι να ανατραπεί αυτή η τάση για να μην περάσουμε από τον πληθωρισμό στον στασιμοπληθωρισμό” και εκτίμησε ότι η ΕΕ πρέπει να χρησιμοποιήσει όλα τα εργαλεία που διαθέτει για να σταματήσει τις επιπτώσεις των τριών διαδοχικών κρίσεων.

Πηγή: thepresident.gr